Skip to main content
Ο Απόστολος Ανδρέας (Μέρος Α')

Ο Απόστολος Ανδρέας (Μέρος Α')

29 Νοεμβρίου 2013

ΑΠΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΧΩΡΟΥ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΥΠΕΡΩΟΥ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

΄Ονομα καταγωγή και επάγγελμα του Ανδρέου

Καθαρώς ελληνικόν το όνομα Ανδρέας (ή Ανδρεύς ή Ανδρείας) παραγόμενον εκ της λέξεως ανδρεία και παρ’ Ηροδότω, Πλουτάρχω, ΙΙαυσανία και Δίωνι Κασσίω απαντώμενον, υπήρξεν έν εκ των ονομάτων εκείνων, όπως και τα ονόματα Φίλιππος και Νικόδημος, τα οποία υπό την ελληνικήν επίδρασιν κατέστησαν από του δευτέρου προ Xpιστού αιώνος λίαν συνήθη παρ’ Ιουδαίοις. Απ’ αυτών δε των πρώτων ημερών της νέας περιόδου, τήν οποίαν ανεκαίνησεv ο ενανθρωπήσας Κύριος ημών, εγένετο το όνομα τούτο περίδοξον και λαμπρόν, διότι υπήρξεν όνομα του πρωτοκλήτου των αποστόλων του.

Υιός του Ιωνά και αδελφός του ΙΙέτρου, καταγόμενος εκ της κωμοπόλεως Βηθσαϊδά, η οποία έκειτο επί της δυτικής όχθης της Τιβεριάδος και. εις το βορειοανατολικόν άκρον αυτής, συμπατριώτης και του αποστόλου Φιλίππου (Ιωαν. α' 45), ήσκει μετά του πατρός του Ιωνά και του αδελφού του Ιlέτρου το επάγγελμα του αλιέως μέχρι της στιγμής, κατά την οποίαν οριστικώς εκλήθη υπό του Κυρίου, ίνα γίνη απόστολός του. Δεν φαίνεται λοιπόν ούτε αυτός ούτε ο αδελφός του Ιlέτρος να έμαθον πολλά γράμματα και να έτυχον ευρυτέρας τινός παιδείας. Πλην όμως, ούτε η περιωρισμένη παίδευσις αυτών, ούτε το επίπονον και ταπεινόν επάγγελμά των ημπόδισαν αυτούς από του να έχουν ιδιαίτερα θρησκευτικά ενδιαφέροντα και ως ευσεβείς Ισραηλίται να προσελκυσθούν κατ’ αρχάς υπό του κηρύγματος του Βαπτιστού και να προσκολληθούν εις τον κύκλον των στενωτέρων μαθητών του.

Η πρώτη γνωριμία μετά του Ιησού

Ήτο, ως φαίνεται, νεώτερος του Πέτρου και δεν είχε έλθει εις γάμον ως εκείνος, όπως δυνάμεθα να συναγάγωμεν εκ του ότι κατέλειπε και αυτός την Βηθσαϊδά και συγκατώκησε μετά του Πέτρου εις την εν Καπερναούμ οικίαν της πενθεράς τούτου. Ολιγώτερον λοιπόν από τον Πέτρον εμπεπλεγμένος εις οικογενειακάς φροντίδας, συνδιατρίβει πυκνότερον πλησίον του Βαπτιστού και καταξιούται ούτω του προνομίου μαζύ με τον ηγαπημένον Ιωάννην, πρώτοι αυτοί από τους άλλους, τους κατόπιν συμμαθητάς και συναποστόλους των, να γνωρίσουν τον Κύριον, όταν επέδειξεν εις αυτούς τούτον ο Πρόδρομος και Βαπτιστής. Όταν δηλαδή ο Κύριος μετά την βάπτισιν αυτού εν τω Ιορδάνη και μετά την εν ερήμω επί τεσσαράκοντα ημέρας αποχώρησιν και την εκεί εν νηστεία και πυκναίς προσευχαίς περισυλλογήν αυτού, επανήλθε και πάλιν εις την περίχωρον του Ιορδάνου, επέδειξεν αυτόν ο Πρόδρομος εις δύο εκ των μαθητών του λέγων: «΄Ιδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου » (Ιωαν. α' 36).Εις εκ των δύο τούτων μαθητών υπήρξεν ο Ανδρέας, ενώ ο άλλος ήτο ο Ιωάννης, ο μετέπειτα ευαγγελιστής και ηγαπημένος του Κυρίου απόστολος.

Λόγος βαθύς ο λόγος ούτος του Προδρόμου, θα επερίμενε πας τις, ότι μάλιστα εις μη φοιτήσαντες εις ραββινικάς σχολάς αλιείς θα παρέμενεν ακατανόητος. Αλλ’ οι αλιείς αυτοί ήσαν ευσεβείς και πιστοί. Δεν ήτο ξένη προς αυτούς η Γραφή και το βοβλίον του Ησαΐου. Μολονότι δε αγράμματοι, εγνώριζον καλώς την ελπίδα και την προσδοκίαν του Ισραήλ. Και αντελήφθησαν αμέσως, ότι ο υποδειχθείς εις αυτούς από τον διδάσκαλόν των νεαρός ραββί, ήτο το έκτακτον πρόσωπον, εις το οποίον ανεφέροντο αι προρρήσεις των προφητών και διά τον οποίον άλλωστε και αυτός ο Βαπτιστής τους είχε και προηγουμένως ομιλήσει (Ιωαν. α' 29). Ήρκεσε λοιπόν η φράσις αύτη του Προδρόμου, να κεντρίση τον πόθον των δύο αλιέων, όπως γνωρίσουν και εκ του πλησίον τον Ιησούν. Και επετάχυναν τα βήματά των διά να τον πλησιάσουν. Δεν είχον εν τούτοις το θάρρος να ομιλήσουν προς αυτόν και συνιστώντες αυτοί εαυτούς να γνωρισθούν μαζύ του και εκφράζοντες προς αυτόν τους πόθους και τας ελπίδας των να ακούσουν τους επ’αυτών χαρμοσύνους λόγους του. Ηκολούθησαν λοιπόν σιωπηλοί, κανονίζοντες τα δειλά βήματά των προς τα βήματα του προπορευομένου Διδασκάλου. Αλλ’ ο ήχος του βηματισμού των δεν εβράδυνε να φθάση μέχρι των ώτων αυτού. Και ο Ιησούς αντιληφθείς περί τίνος επρόκειτο και θέλων να δώση θάρρος εις τους δύο ευλαβείς αλιείς στρέφεται προς αυτούς και τους απευθύνει πρώτος το ερώτημα: «Τί ζητείτε; Και τί θέλετε από εμέ;»

Και αυτοί τότε του απαντούν: «Ραββί, τουτέστι Διδάσκαλε, πού μένεις»; Με άλλας λέξεις εκφράζουν προς αυτόν την επιθυμίαν να τον επισκεφθούν εις το κατάλυμά του και να συνομιλήσουν ιδιαιτέρως μετ’ αυτού. Και ο Κύριος ικανοποιών παρευθύς την επιθυμίαν των ταύτην, τους λέγει: «Έρχεσθε και ίδετε».

Ούτε εις ανάκτορον μεγαλοπρεπές, αλλ’ ούτε και εις εξοχικήν τινα έπαυλιν ευρίσκετο το απλούν, ήσυχον και απέριττον δωμάτιον, εις το οποίον ο μη έχων πού την κεφαλήν κλίναι Υιός του ανθρώπου εφιλοξενείτο κατά τας ημέρας αυτάς. Εις έρημον και μη πολυσύχναστον τόπον δεν ήτο πιθανόν να εύρισκέ τις τοιαύτα κτίσματα. Πιθανώς εις προσωρινόν τι παράπηγμα εξ εκείνων, τα οποία ανεγείροντο προχείρως εις τοιαύτας περιστάσεις. Ισως εις καλύβην τινά ή σκηνήν ή και ολιγώτερον πιθανώς εις πανδοχείον τι από εκείνα, τα οποία εις έρημα μέρη ανεγείροντο προς διανυκτέρευσιν διαβαινόντων ταξιδιωτών, ιδού που θα ωδηγήθησαν οι δύο αλιείς από τον Κύριον. Τι σημαίνει όμως; Όταν είναι παρών ο Κύριος, τα πάντα μεταβάλλονται εις παράδεισον και όλα καθίστανται θελκτικά και ουράνια. Δι’ αυτό η συνάντησις εκείνη έμεινε αλησμόνητος και ζωηρότατα εγκεχαραγμένη εις την μνήμην των δύο αλιέων.Ο έτερος τούτων, ο Ιωάννης, αναγράφει εις το Ευαγγέλιόν του και την ώραν ακριβώς της συναντήσεως αλλά και τον χρόνον, κατά τον οποίον παρετάθη η πρώτη αύτη μετά του Χριστού αναστροφή. «Ώρα ην ως δεκάτη», τετάρτη απογευματινή δηλαδή, ότε οι δύο αλιείς συνηντήθησαν μετά του Κυρίου. «Και παρ’ αυτώ έμειναν όλην την ημέραν» (Ιωαν. α' 49). Δηλαδή η επίσκεψις εκείνη παρετάθη επί δύο τουλάχιστον ώρας, περίπτωσις δηλαδή σπανιωτάτη διά πρώτην επίσκεψιν παρά προσώπω μετά του οποίου μόλις προ ολίγων στιγμών είχον γνωρισθή οι δύο μαθηταί.

Ο Ανδρέας οδηγεί εις τον Ιησούν και άλλους μαθητάς

Αλλ’ όταν ο Ανδρέας κατέλιπε το κατάλυμα, εις το οποίον διέμενεν ο Κύριος, δεν ηδύνατο να περιορίση εις τα στήθη του τον ευλαβή ενθουσιασμόν και την βαθείαν εντύπωσιν, την οποίαν είχον προκαλέσει εις αυτόν η φυσιογνωμία και οι λόγοι του Κυρίου. «Ου κατέσχε παρ’εαυτώ τον θησαυρόν», λέγει ο θείος Χρυσόστομος, αλλά τρέχει ταχέως ίνα μεταδώση αυτόν και εις τον αδελφόν του Πέτρον. Και όταν τον εύρε, λέγει εις αυτόν «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Ευρήκαμεν τον πολύτιμον μαργαρίτην, τον ατίμητον θησαυρόν, εκείνον τον οποίον αι Γραφαί προανήγγειλαν και τον οποίον με τόσον πόθον επερίμεναν όλοι. Και άνευ χρονοτριβής γίνεται αυτός νυμφαγωγός του μετέπειτα κορυφαίου και προσάγει τούτον κατά την αυτήν εκείνην εσπέραν εις τον Ιησούν.

Η Καινή Διαθήκη λέγει, όπως είπομεν, ολίγα περί του Ανδρέου. Λέγει όμως πολλά περί του Πέτρου, τον οποίον ο Ανδρέας ωδήγησεν εις τον Χριστόν. Ποίος θα ηδύνατο να είπη, ότι ο Πέτρος έκαμε διά τον Χριστόν περισσότερα παρ’ όσα έκαμεν ο Ανδρέας, όστις έφερε τον Πέτρον εις τον Χριστόν;

Αλλ’ ο Ανδρέας δεν περιωρίσθη μόνον εις το να προσαγάγη τον αδελφόν του Πέτρον εις τον ευρεθέντα Μεσίαν. Συνδεόμενος διά φιλίας προς τον συμπατριώτην αυτού Φίλιππον, εγνωστοποίησεν είτε μόνος είτε και μετά του Πέτρου, το χαρμόσυνον μήνυμα και εις αυτόν. Ούτως εξηγείται το πώς ο Φίλιππος την επομένην ημέραν, κληθείς υπό του Ιησού, μεταβαίνοντος εις Γαλιλαίαν διά του «ακολούθει μοι» (Ιωαν. α' 44), αδιστάκτως και χωρίς αναβολήν ή επιβράδυνσίν τινα ακολουθεί τον Ιησούν. Η φιλία, ήτις συνέδεεν αυτόν με τον Πρωτόκλητον Ανδρέαν, γίνεται ήδη ιερωτέρα και περισσότερον αδιάσπαστος. Αφ’ ότου μάλιστα ο Πέτρος με τους δύο υιούς του Ζεβεδαίου, τον Ιωάννην δηλαδή και τον Ιάκωβον, απετέλεσαν την τριάδα των μαθητών, των ιδιαιτέρως πεφιλημένων υπό του Κυρίου, ο Ανδρέας και ο Φίλιππος, καθώς θα ίδωμεν γίνονται αχώριστοι.

Από την Κανά πάλιν εις την Τιβεριάδα

Ο Ανδρέας μαζύ με τον αδελφόν του Πέτρον, τους δύο υιούς του Ζεβεδαίου, τον Φίλιππον και τον προστεθέντα εις τον πρώτον εκείνον όμιλον των μαθητών Ναθαναήλ ή Βαρθολομαίον, ακολουθεί τον Ιησούν εις την Γαλιλαίαν και συμπαρίσταται εις το πρώτον εν Κανά θαύμα του Ιησού, το οποίον εγένετο εν τω εκεί τελεσθέντι γάμω. Δεν είχεν έλθει όμως ακόμη ο καιρός, κατά τον οποίον ο Κύριος θα τους εκάλει οριστικώς, ίνα αφήσουν τα πάντα και ακολουθήσουν αυτόν. Εντεύθεν οι ακολουθήσαντες τον Κύριον αλιείς επέστρεψαν πάλιν εις την λίμνην και επανεύρον πάλιν τα δίκτυά των. Και εξηκολούθησαν να εξασκούν το ταπεινόν των επάγγελμα. Διότι εφ’όσον ο Πρόδρομος δεν είχε περατώσει το έργον αυτού, ο Κύριος δεν είχεν ακόμη αναλάβει έντονον και συστηματικήν δράσιν. Αλλ’ όταν ο Βαπτιστής συνελήφθη και ενεκλείσθη εις την φυλακήν, τότε ο Κύριος κατέλιπε την Ναζαρέτ, όπου είχε διέλθει ολόκληρον σχεδόν την μέχρι του βαπτίσματος αυτού ζωήν, και εγκατεστάθη εις την Καπερναούμ την παραθαλασσίαν, την παρά την λίμνη Γενησαρέτ κειμένην, την οποίαν κατέστησε κέντρον και ορμητήριον των ανά την Γαλιλαίαν περιοδειών του. Εκεί εις την Καπερναούμ, ως ήδη είπομεν, ευρίσκετο και η οικία του Πέτρου, εν τη οποία εθεράπευσεν ολίγον έπειτα ο Κύριος την πενθεράν τούτου πυρέσσουσαν. Και εις την οικίαν αυτήν συγκατώκει και ο κατά πάσαν πιθανότητα νεώτερος την ηλικίαν Ανδρέας. Ακριβώς δε δι’αυτό και ο μετέπειτα ερμηνευτής και ακόλουθος του Πέτρου Μάρκος καλεί εν τω Ευαγγελίω αυτού την οικίαν ταύτην «οικίαν Σίμωνος και Ανδρέου», (Μάρκ.α' 29).

Δεύτε οπίσω μου

Ο Κύριος εις την Καπερναούμ. Φυσικόν λοιπόν ήτο πολύ γρήγορα, επειγόμενος ήδη να σχηματίση περί εαυτόν μόνιμον κύκλον μαθητών, να επανεύρη τους ευσεβείς εκείνους αλιείς, μετα των οποίων είχε ήδη γνωρισθή. Και «περιπατών περί την θάλασσαν της Γαλιλαίας» εκεί κάπου πλησίον της Καπερναούμ, είδε τον Σίμωνα Πέτρον και τον αδελφόν του Ανδρέαν να ρίπτουν το δίκτυον των εις την θάλασσαν (Ματθ.δ'18). Και τους προσκαλεί τώρα οριστικώς. «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» είπε προς αυτούς. Και αυτοί αφήκαν αμέσως τα πάντα και τον ηκολούθησαν. Από της στιγμής αυτής ο Ανδρέας κατετάγη οριστικώς εις τον κύκλον των μονίμων μαθητών και αποστόλων του Χριστού. Και καθώς δυναταί τις να συναγάγη από την σειράν εις την οποίαν τοποθετεί αυτόν ο Μάρκος (κεφ.γ' 18) εν τω καταλόγω των αποστόλων, ο Ανδρέας, ο Φίλιππος και ο Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ, συνδέονται μεταξύ των δι’ιδιαιτέρας φιλίας, η οποία οφείλεται όχι μόνον εις το ότι ήσαν συμπατριώται, αλλά και προ παντός εις το ότι ο Ανδρέας υπήρξεν ο πρώτος ανακοινώσας εις αυτούς το χαρμόσυνον μήνυμα της ευρέσεως του Μεσσίου.

Ο Ανδρέας μετά του Φιλίππου μέχρι της Πεντηκοστής

Ο Φίλιππος και ο Ανδρέας παρουσιάζονται μαζύ και εις την περίπτωσιν της διατροφής των πεντακισχιλίων διά του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων. Ο Κύριος τότε απηυθύνθη πρώτον εις τον Φίλιππον και, δοκιμάζων την πίστιν αυτού, ερωτά: Από πού θα αγοράσωμεν άρτους διά να φάγουν τα πλήθη ταύτα; Και ο Φίλιππος ευρίσκει αδύνατον να χορτασθούν αι χιλιάδες εκείναι των ευλαβών ακροατών, έστω και αν διετίθετο το ογκώδες δια την εποχήν εκείνην, αλλά και διά το πτωχότατον ταμείον των δώδεκα ποσόν των διακοσίων δηναρίων (επτά χρυσών λιρών). Παρεμβαίνων τότε ο Ανδρέας λέγει ότι υπήρχεν εκεί παιδάριον, το οποίον είχε πέντε άρτους κριθίνους και δύο οψάρια. Αλλά ταύτα, προσθέτει ο Ανδρέας, «τι εστίν εις τοσούτους;» Τί είναι αυτά τα ολίγα διά να χορτασθή το πεινασμένον αυτό πλήθος;

Εις άλλην μίαν περίπτωσιν μας παρουσιάζει τον Φίλιππον και τον Ανδρέαν, μαζύ πάλιν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Και η περίπτωσις αύτη είναι, όταν Έλληνές τινες εξ εκείνων, οι οποίοι είχαν προσελκυσθή εις τη Ιουδαϊκήν θρησκείαν και οι οποίοι συνήθως ανέβαινον με τους Ιουδαίους της διασποράς εις τα Ιεροσόλυμα κατά την εορτήν του Πάσχα, ηθέλησαν να γνωρίσουν και εκ του πλησίον τον Ιησούν. Απηυθύνθησαν ούτοι εις τον Φίλιππον, είτε διότι έφερεν όνομα ελληνικώτατον, είτε και διότι προήρχοντο από τη ελληνικήν Δεκάπολιν, την γειτνιάζουσαν εις την Γαλιλαίαν, εκ της οποίας κατήγετο και ο Φίλιππος. Αλλ’ ο Φίλιππος διστάζει να απευθυνθή μόνος προς τον Ιησούν. Και προσφεύγει διά τούτο εις τον συμμαθητήν και φίλον του Ανδρέαν. Ίσως διότι ο Ανδρέας ήτο θαρραλεώτερος αυτού και ευκολώτερον ανελάμβανε τοιαύτας πρωτοβουλίας. Ίσως και διότι ως πρωτόκλητος είχε περισσοτέραν οικειότητα προς τον Κύριον. Δι’ αυτό και ο Φίλιππος εν προκειμένω ζητεί την βοήθειάν του. Πράγματι δε, ως αναφέρει ο Ευαγγελιστής, «Ανδρέας και Φίλιππος» απευθύνονται ομού προς τον Κύριον. Η πρόταξις του ονόματος του Ανδρέου είναι αρκούντως χαρακτηριστική και υποδηλοί ότι την πρωτοβουλίαν της εισηγήσεως έλαβεν ήδη ο Ανδρέας.

Κατά την ανάληψιν του Κυρίου ευρίσκεται και αυτός αυτόπτης ταύτης μετά των λοιπών αποστόλων του και συγκαταριθμείται ρητώς υπό του Λουκά, του συγγραφέως των Πράξεων, εις τους εν τω υπερώω εγκαταμένοντας, οίτινες «ήσαν προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή» μαζύ με τας πιστάς εις τον Κύριον γυναίκας και με την Μαριάμ την μητέρα του Κυρίου και με τους εκ της πρώτης γυναικός του Ιωσήφ αδελφούς αυτού (Πραξ. α',13,14). Αναμφιβόλως ο Πρωτόκλητος παρίστατο εν τω υπερώω και κατά την ημέραν της Πεντηκοστής και ήτο και αυτός εις εξ εκείνων, επί τους οποίους κατήλθε το Πνεύμα το Άγιον εν είδει πυρίνων γλωσσών και οι οποίοι «ήρξαντο λαλείν ετέραις γλώσσαις, καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πραξ. β’3-4). Ουδέν έτερον εκ της Καινής Διαθήκης πληροφορούμεθα περί της μετέπειτα αποστολικής δράσεως του αποστόλου Ανδρέου.

Η ΔΡΑΣΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΑΦΙΞΕΩΣ ΤΟΥ ΕΙΣ ΠΑΤΡΑΣ

Τί η παράδoσις μαρτυρεί γενικώς περί της δράσεως του αποστόλου

Η παράδοσις φέρει τον άγιον Ανδρέαν κηρύττοντα εις τας περί Μαύρην θάλασσαν χώρας, κατά τον Ωριγένη1δε και τον Ευχέριον της Λυών2 ευηγγελίσθη ο απόστολος τους Σκύθας και, κατά την εν συριακή μεταφράσει Διδασκαλίαν των Αποστόλων 3, εκήρυξε εις την Νίκαιαν, την Νικομήδειαν, την Βιθυνίαν και Γοτθίαν. Περί κηρύγματος του Ανδρέου εις Σκυθίαν και πάσαν την παραλίαν της Βιθυνίας και του Ευξείνου Πόντου και της Προποντίδος, ονομαστί δε και εις τας πόλεις Σεβαστούπολιν την μεγάλην «όπου παρεμβάλλει Άψαρος και Φάσις οι ποταμοί ένθα οι εσώτεροι οικούσιν Αιθίοπες» και εις Αμισόν (Σαμψούντα) και Τραπεζούντα και Ηράκλειαν και Αμόστριδα και Σινώπην και Βυζάντιον και προς τους Αλανούς και Αβασγούς και Ζηκχούς και Βοσπορινούς και Χερσονήτας και εις την περιφανή Πελοπόννησον και τας Πάτρας ομιλεί και το Συναξάριον της Κωνσταντινουπόλεως4. Το ότι δε διά Θράκης και Μακεδονίας και Θεσσαλίας κατέληξεν εις Αχαΐαν και Πάτρας, αναγράφει και ο Νικηφόρος Κάλλιστος5.

Λεπτομερέστερον αι παραδόσεις αύται αναγράφονται εις τας Πράξεις και περιόδους του Αποστόλου, αι δε εν Σινώπη και τη χώρα των ανθρωποφάγων κακοπάθειαι αυτού, εις τας Πράξεις Ανδρέου και Ματθίου.

Ο απόστολος Ανδρέας εν Σινώπη και Αμισώ

Κατά τας «Πράξεις και Περιόδους» ο Ανδρέας ήτο υψηλός το ανάστημα «και πάνυ ευμήκης, επίρρινος, κάτοφρυς και μικρόν κεκυφώς»6. Ελθών δε μετά του αδελφού του Πέτρου και άλλων μαθητών εις Σινώπην, πόλιν κειμένην παρά την θάλασσαν του Ευξείνου Πόντου, εύρεν εκεί πλήθος Ελλήνων και Ιουδαίων, οίτινες ήσαν κεχωρισμένοι αλλήλων, λόγω των διαφόρων θρησκειών και λατρειών των και οι οποίοι είχον «ανήμερον το ήθος και τον τρόπον βάρβαρον», ώστε παρά τινων εκαλούντο ανθρωποφάγοι. Εγκατασταθείς δε μετά του Πέτρου εις νησίδα τινά, γειτονεύουσαν προς την μνημονευθείσαν πόλιν, ήρχισεν εκείθεν μετ’ αυτού να καταγγέλλουν «το της ευσεβείας μυστήριον». Και μολονότι υπήρξαν το κατ’ αρχάς πενιχροί οι καρποί του αποστολικού κηρύγματος, εν τούτοις η νέα πίστις ερριζοβόλησε βαθέως, ώστε ενισχυθείσα βραδύτερον και διά νέων επισκέψεων του αποστόλου, επεξετάθη «και οίκος ευκτήριος ωκοδομήθη επ’ ονόματι του κλεινού των αποστόλων Ανδρέου και εικών εν μαρμάρω» κατεσκευάσθη «πάνυ θαυμαστή», την οποίαν επί της βασιλείας του Κοπρωνύμου εις μάτην απεπειράθησαν να καταστρέψουν οι εικονομάχοι7. Κατά την πρώτην ταύτην επίσκεψιν του Ανδρέου εις την Σινώπην συνελήφθη υπό των εν αυτή ανθρωποφάγων ο συνοδεύων τον απόστολον Ματθίας, όστις και εφυλακίσθη με τον σκοπόν να κατασπαραχθή και καταβροχθισθή υπ’ αυτών. Αλλ’ ο Ανδρέας, ελευθερώσας τούτον θαυμασίως, ανεχώρησε μετ΄αυτού και των λοιπών μαθητών εις «την Αμισηνών πόλιν παρά θάλασσαν του Ευξείνου κειμένην, ξενισθείς παρά τινι ανδρί φιλοξένω, την θρησκείαν Ιουδαίω και Δομετιανώ» ονομαζομένω8.

Παραμείνας δ’ εν τη πόλει ταύτη ο απόστολος επί τινα χρόνον και διά του κηρύγματος και των θαυμαστών θεραπειών του προσέλκυσε πλήθη πολλά εις την χριστιανικήν πίστιν, ίδρυσεν εκεί Εκκλησίαν, «καθιέρωσε θυσιαστήριον» και «εχειροτόνησε πρεσβυτέρους και διακόνους» εκ των λαβόντων το βάπτισμα «τους ήδη εστηριγμένους εν τη αμωμήτω πίστει και της ιερωσύνης αξίους υπάρχοντας»9.

Περιοδείαι του Πρωτοκλήτου μέχρι της επανόδου εις Σινώπην

Περιελθών ακολούθως ο πρωτόκλητος απόστολος «πλείστας κώμας και πόλεις της Ποντικής χώρας» ήλθε και εις την Τραπεζούντα, εις την οποίαν ενδιέτριψε χρόνον ολίγον «διά το ανόητον και αλόγιστον των τότε» κατοικούντων εις την πόλιν ταύτην. Εκ της Τραπεζούντος ο απόστολος επροχώρησεν εις την χώραν των Ιβήρων, εις την οποίαν παρέμεινεν επί μακρόν και «πολλούς τω της διδασκαλίας λόγω φωτίσας προσήγαγεν» εις τον Κύριον. Διελθών δε εν συνεχεία «τα της Παρθικής χώρας μέρη» ανήλθεν εις Ιεροσόλυμα προς συνάντησιν και των λοιπών αποστόλων, μετά των οποίων συνεώρτασε «το τε Πάσχα και την Πεντηκοστήν»10.

Διά της Αντιοχείας έπειτα ο Πρωτόκλητος κατέληξεν εις Έφεσον όπου συμπαραμείνας επί χρόνον τινά μετά του εκεί εγκατεστημένου αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου, αναχωρεί, κατ’ εμφανισθείσα εις αυτόν οπτασίαν, εις την Λαοδίκειαν της Φρυγίας και εκείθεν εις Οδυσσούπολιν της Μυσίας, όπου και εγκατέστησεν επίσκοπον τον Άππιον. «Υπερβάς δε το Ολύμπιον όρος παραγίνεται εις Νίκαιαν της Βιθυνίας»11. Κηρύξας δ’ εν Νικαία και εις τα περίχωρα αυτής επί διετίαν όλην και εγκαταστήσας εν αυτή επίσκοπον τον Δρακόντιον 12, μετέβη εις την Νικομήδειαν και εκείθεν εις την πόλιν της Βιθυνίας Καλχηδόνα, όπου «μικρόν ενδιατρίψας χρόνον καθίστησιν εν αυτή Τυχικόν, ένα των συνεπομένων αυτώ μαθητών, εν πλοίω δ’ είτα αναχθείς εις την Αμαστρανών πόλιν μεγίστην τε ούσαν και περιφανεστάτην» και παραμείνας εκεί επί τινα χρόνον, εχειροτόνησεν επίσκοπον τον Παλμάν13. Ύστερον όμως από αυτάς και άλλας τινάς επιτυχίας εν τη καρποφορία του κηρύγματος, επεφυλάσσετο εις τον θείον απόστολον περιπέτεια δεινή εν τη πόλει της Σινώπης, την οποίαν διά δευτέραν ήδη φοράν επεσκέφθη.

Περιπέτεια του αποστόλου Ανδρέου εις Σινώπην και περιοδείαι αυτού μέχρι Πατρών

Περί της εν Σινώπη περιπετείας και κακοπαθείας ομιλούσι μεν και αι Πράξεις και Περίοδοι του αποστόλου, εκτενέστερον όμως ενδιατρίβουν περί αυτήν «αι Πράξεις Ανδρέου και Ματθία εις την πόλιν των ανθρωποφάγων». Κατά τας αναγραφομένας εις αμφότερα τα βιβλία ταύτα λεπτομερείας, όταν οι Σινωπείς επληροφορήθησαν, ότι «ο ανοίξας πρότερον το δεσμωτήριον» και ελευθερώσας τον Ματθίαν και άλλους συγκαθείρκτους μετ’ αυτού ευρίσκετο ήδη εις την πόλιν αυτών, «εμμανείς γενόμενοι και παμπληθεί συναθροισθέντες, θηριωδώς ώρμησαν κατ’ αυτού14. Και αφού τον συνέλαβον, είπον προς αυτόν: Εκείνα τα οποία «συ εποίησας ημίν, και ημείς ποιήσομέν σοι»15. Και ήρχισαν να συσκέπτωνται περί του τρόπου, κατά τον οποίον σκληρότερον και βασανιστικώτερον θα τον εθανάτωνον. Εάν, «έλεγον προς εαυτούς, άρωμεν αυτού την κεφαλήν, ο θάνατος αυτού ουκ έστι βάσανος». «Εάν καύσωμεν αυτόν»16, δεν θα φάγωμεν τας σάρκας του. Τέλος κατέληξαν εις την απόφασιν να περιτυλίξουν τον τράχηλον αυτού διά σχοινίου και να διασύρουν «αυτόν εν πάσαις ταις πλατείαις και ρύμαις της πόλεως και όταν τελευτήση», να διαμοιρασθούν το σώμα αυτού διά να το φάγουν.

Πραγματοποιηθείσης δε της απανθρώπου και σκληράς συμπεριφοράς εναντίον του αποστόλου, «αι σάρκες αυτού εκολλώντο εν τη γη και το αίμα αυτού έρρεεν ώσπερ ύδωρ εις την γην»17. Παρά την εξαντλητικήν όμως ταύτην ταλαιπωρίαν και βάσανον, ο θείος απόστολος δεν απέθανεν. Ευρέθησαν λοιπόν ηναγκασμένοι οι βασανισταί αυτού να ρίψουν αυτόν κατά την εσπέραν εις την φυλακήν, αφού έδεσαν «αυτού τας χείρας εις τα οπίσθια», καθ' ον χρόνον λόγω της μεγάλης κακοπαθείας ο απόστολος «ην παραλελυμένος σφόδρα». Παρελθούσης δε της νυκτός, εξήγαγον αυτόν κατά την πρωΐαν εκ της φυλακής «και πάλιν ομοίως διέσυρον επί της γης και αι σάρκες αυτού εκολλώντο και έκλαιεν ο μακάριος λέγων: Μη εγκαταλείπης με, Κύριέ μου, Ιησού Χριστέ, εγώ γαρ γινώσκω ότι ουκ ει μακράν των δούλων σου»18. Όταν δε επήλθεν η εσπέρα, έρριψαν «αυτόν πάλιν εις την φυλακήν» αφού έδεσαν «τας χείρας αυτού όπισθεν και αφήκαν αυτόν εκεί, προτιθέμενοι και την επομένην να επαναλάβουν το αυτό βασανιστήριον. Όντως δε και διά τρίτην φοράν διέσυρον κατά την τρίτην ημέραν τον απόστολον. Ήτο δε τόση η εξάντλησις η κατά την εσπέραν της τρίτης ταύτης ημέρας παρατηρηθείσα επί του αποστόλου, ώστε «έλεγον εν εαυτοίς οι άνδρες της πόλεως: Τάχα τελευτά εν τη νυκτί και ουχ ευρήσομεν αυτόν ζώντα» κατά την επομένην ημέραν, διότι «ητόνησε και αι σάρκες αυτού εδαπανήθησαν»19.

Διά τους εκλεκτούς όμως του Θεού όταν τα περί αυτούς φαίνωνται περιελθόντα εις αδιέξοδον και ο επαπειλών την ζωήν των κίνδυνος παρουσιάζεται καταλαβών αυτούς, τότε ακριβώς επιφαίνεται θαυματουργός η θεία προστασία, ίνα εκλάμπη και της θείας δυνάμεως η ένδοξος επίσκεψις και απολύτρωσις. Πράγματι δε κατά τη νύκτα εκείνην «ο Κύριος παρεγένετο εν τη φυλακή και εκτείνας την χείρα είπε τω Ανδρέα: Δος μοι την χείρα σου και ανάστα υγιής». Και όταν εγένετο τούτο, ανέστη ο Ανδρέας υγιής και «πεσών προσεκύνησε και είπεν. Ευχαριστώ σοι, Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, ότι ετάχυνας την βοήθειά σου επ’ εμέ»20.Συγχρόνως δε εξέσπασε κατακλυσμός αλμυρών υδάτων δημιουργήσας δεινόν κίνδυνον δι' ολόκληρον την πόλιν, διότι παρέσυρεν εις τα κύματα αυτού πολλούς ευρόντας τον διά πνιγμού θάνατον. Προ του τρομερού τούτου κινδύνου συνελθόντες εις εαυτούς οι Σινωπείς, «εξήλθον βοώντες μεγάλη φωνή. ο Θεός του ξένου ανθρώπου, άρον αφ’ ημών το ύδωρ τούτο»21. Κινηθείς δε εις οίκτον και ο απόστολος και ζητήσας την κατάπαυσιν της θεομηνίας, επέτυχε τούτο. «Και εξήλθε Ανδρέας εκ της φυλακής και τότε πας ο όχλος ιδών αυτόν εβόων άπαντες. ελέησον ημάς». Ούτως ελευθερωθείς ο απόστολος εδράξατο της ευκαιρίας, την οποίαν η εκ της θεομηνίας μεταβολή των διαθέσεων των Σινωπέων παρείχεν εις αυτόν και εκήρυξε μετά μεγαλυτέρας ήδη ελευθερίας και καρποφορίας το Ευαγγέλιον, παραμείνας εν τη πόλει επί εβδομάδα ολόκληρον22. Ούτως αυξηθέντων των πιστευόντων εν Σινώπη και πληθυνθέντων, χειροτονήσας ο απόστολος εξ αυτών πρεσβυτέρους και διακόνους23, ανεχώρησεν εκείθεν εις Αμισόν και εις Τραπεζούντα, εις την οποίαν ήδη εύρεν ολιγωτέραν την αντίδρασιν και ηδυνήθη να ιδρύση εν αυτή εκκλησίαν.

Μετέπειτα αναφέρεται περιοδεύων την Αλανικήν χώραν και αφού επεσκέφθη τας πόλεις Φούσταν και Σεβαστούπολιν «ανέδραμε προς την χώραν της Ζηκχίας»24, και διά της Σουγδίας ήλθεν εις «την Βόσπορον πόλιν πέραν του Ευξείνου Πόντου κειμένην πλησίον της χώρας των Ταυροσκυθών».

Και αφού «κατέσπειρεν εν Βοσπόρω τα θεία λόγια και πολλούς προς καρποφορίαν επιτηδείους κατέστησεν», ήλθεν εις την Χερσώνα, πόλιν της Σκυθίας, και επιστρέψας εις την Σινώπην εχειροτόνησεν εκεί επίσκοπον τον Φιλόλογον25 και μετά παραμονήν ολίγων ημερών διαπλέων την παραθαλασσίαν του Πόντου και τας κατά τόπον εκκλησίας επιστηρίζων, κατήλθεν εις το Βυζάντιον»26, όπου και εγκαθιδρύει πρώτον επίσκοπον αυτού τον Στάχυν27. Μεταβάς δε είτα εις την Ηράκλειαν, πόλιν της Θράκης, μετά ολιγοήμερον διαμονήν ανεχώρησεν εκείθεν και «διεπορεύετο τας καθ'έκαστον τόπον πόλεις της Μακεδονίας περιερχόμενος, κηρύσσων, νουθετών νοσούντας ιώμενος, ιερείς τελειών και πολλούς προς την σωτήριον τρίβον καθοδηγών»28.

πηγή:Παναγιώτης Ν. Τρεμπέλας
Ο Απόστολος Ανδρέας - Βίος, δράσις και μαρτύριον αυτού εν Πάτραις.
Έκδοσις Ι.Ν.Αποστόλου Ανδρέου, Πάτραι