Ομιλία εις την Νέα Κυριακή και εις τον Απόστολο Θωμά
27 Απριλίου 2014
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Έρχομαι για να καταθέσω γρήγορα την οφειλή μου. Διότι, αν και είμαι φτωχός, όμως θα αποσπάσω με βία την ευγνωμοσύνη σας. Υποσχέθηκα να σας φανερώσω την απιστία του Θωμά και να, τώρα έρχομαι να εκπληρώσω την υπόσχεση. Με προθυμία εξοφλώ πρώτα τις πρώτες οφειλές, για να μην με πνίξουν οι τόκοι που μαζεύονται. Συνεργαστείτε, λοιπόν, κι εσείς μαζί μου για να εξοφλήσω το χρέος και παρακαλέστε θερμά τον Θωμά, να βάλει στα χείλη μου το άγιο δεξί του χέρι, αυτό που άγγιξε την πλευρά του Κυρίου, να ενισχύσει τη γλώσσα μου, για να εξηγήσει τα ποθούμενα.
Και εγώ έχοντας θάρρος από τις πρεσβείες του αποστόλου και μάρτυρα Θωμά, διακηρύττω την προηγούμενη αμφιβολία του και την κατόπιν ομολογία, που είναι η βάση και το θεμέλιο της Εκκλησίας. Όταν ο Σωτήρας μπήκε εκεί όπου ήταν οι μαθητές Του, ενώ ήταν κλεισμένες οι πόρτες, και βγήκε πάλι με τον ίδιο τρόπο, έλειπε μόνο ο Θωμάς. Ήταν κι αυτό έργο της θείας οικονομίας, ώστε η απομάκρυνση του μαθητή να προξενήσει περισσότερη ασφάλεια και βεβαιότητα. Γιατί, αν ήταν παρών ο Θωμάς, και βέβαια δεν θα αμφέβαλλε. Και αν δεν είχε αμφιβολία, δεν θα ζητούσε με περιέργεια να ψηλαφήσει. Κι αν δεν ζητούσε, δεν θα ψηλαφούσε. Αν όμως δεν ψηλαφούσε, δεν θα ομολογούσε τον Κύριο και Θεό. Και αν δεν ομολογούσε Κύριο και Θεό τον Χριστό, εμείς δεν θα είχαμε διδαχθεί να Τον υμνολογούμε μ’ αυτόν τον τρόπο. Ώστε με την απιστία του ο Θωμάς οδήγησε προς την αλήθεια, και, όταν ήλθε μετά, μας σταθεροποίησε στην πίστη μας. Έλεγαν, λοιπόν, οι μαθητές στον Θωμά όταν ήλθε: «Έχουμε δει τον Κύριο, είδαμε Αυτόν που είπε, Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Είδαμε Αυτόν που είπε, Εγώ είμαι η Ανάσταση και η ζωή και η αλήθεια, και βρήκαμε πως στη λάμψη των έργων πως τα λόγια Του ήταν αληθινά. Είδαμε Αυτόν που είπε, Σε τρεις ημέρες ανασταίνομαι, και βλέποντας την Ανάστασή Του με τα μάτια μας, προσκυνήσαμε Αυτόν που Αναστήθηκε. Τον ακούσαμε να μας λέει, Ειρήνη σε εσάς, και μετατρέψαμε τη ζάλη της λύπης σε γαλήνια ευφροσύνη. Είδαμε τα χέρια Του που δέχτηκαν τις χαρακιές των καρφιών, είδαμε τα χέρια που κατηγορούν τη λύσσα των θεομάχων σκύλων, είδαμε τα χέρια που ύφαναν την αφθαρσία μας. Είδαμε και την πλευρά Του να φωνάζει καθαρότερα από κάθε κήρυκα την ευσπλαχνία του πληγωμένου. Είδαμε αυτήν πλευρά που την υμνούν οι Άγγελοι, την σέβονται οι πιστοί και την τρέμουν οι δαίμονες. Δεχτήκαμε μέσα μας και το θείο φύσημα από το θείο Του στόμα, το πνευματικό φύσημα, το φύσημα που χορηγεί κάθε χάρη. Χειροτονηθήκαμε από τον Δεσπότη να είμαστε κύριοι της συγχωρήσεως των αμαρτιών. Γίναμε και κύριοι να κρίνουμε τους αμαρτωλούς, αφού μας έδωσε αυτή την εντολή: Αν κάποιων συγχωρήσετε τις αμαρτίες, θα τους συγχωρούνται. Αν κάποιων τις κρατήσετε ασυγχώρητες, θα κρατούνται. Τέτοια λόγια απολαύσαμε από τον Σωτήρα και τέτοιες δωρεές. Αδύνατον, λοιπόν, να μην πλουτίσουμε, αφού μας έτυχε ένας πλούσιος Δεσπότης. Μόνον εσύ, Θωμά, έμεινες φτωχός γιατί δεν ήσουν παρών».
Τι, λοιπόν, είπε προς αυτούς ο Θωμάς; «Είδατε τον Κύριο; Πολύ καλά. Λοιπόν, Αυτόν που είδατε να τον σέβεστε πιο πολύ. Αυτόν που παρατηρήσατε να Τον κηρύττετε συνεχώς. Όμως εγώ, εάν δεν δω στα χέρια Του τα σημάδια των καρφιών και δεν βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια των καρφιών και δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά Του, δεν θα πιστέψω. Αλλά κι εσείς δεν θα πιστεύατε, αν πρώτα δεν βλέπατε. Έτσι κι εγώ, εάν δεν δω, δεν θα πιστέψω». Θωμά, μείνε σταθερός, σ’ αυτόν τον πόθο σου, μείνε επίμονα σταθερός, ώστε εσύ βλέποντάς Τον να βεβαιωθεί η ψυχή μου. Μείνε σταθερός, ζητώντας Αυτόν που είπε, Ζητάτε και θα βρείτε. Μην προσπεράσεις απλά ερευνώντας, εάν δεν βρεις τον θησαυρό που ζητάς. Χτύπα με επιμονή την πόρτα της αληθινής γνώσης, μέχρι που να σου την ανοίξει Αυτός που είπε, χτυπάτε και θα σας ανοιχθεί. Αγαπώ την αμφιβολία των λογισμών σου, γιατί σταματά κάθε αμφιβολία. Αγαπώ τη φιλομάθειά σου, γιατί σταματά για τα καλά κάθε φιλονικία. Με ευχαρίστηση ακούω πολλές φορές τα λόγια σου που λένε: «Εάν δε δω στα χέρια Του τα σημάδια των καρφιών δεν θα πιστέψω». Διότι καθώς εσύ απιστείς, εγώ διδάσκομαι να πιστεύω. Ενώ εσύ με την διπλή αξίνα της γλώσσας σου σκάβεις τα χωράφια του θείου σώματος, εγώ χωρίς κόπο θερίζω τον καρπό και τον μαζεύω για τον εαυτό μου. Εάν δεν δω μ’ αυτά μου τα μάτια τα αυλάκια που χάραξαν οι ασεβείς σαν με αλέτρι μέσα στα άγια χέρια Του, με κανέναν τρόπο δεν θα συμφωνήσω με τα λόγια σας. Εάν δεν βάλω αυτό το δάχτυλό μου στα κοιλώματα που άνοιξαν τα καρφιά, δεν θα δεχτώ την καλή σας αγγελία. Εάν δεν κρατήσω μ’ αυτό το χέρι μου την πλευρά εκείνη που χωρίς να το υποψιάζεται μαρτυρεί την Ανάσταση, δεν θα πιστέψω την διδασκαλία σας. Διότι κάθε λόγος είναι ισχυρός και βέβαιος, όταν έχει για συνηγόρους όλα τα πράγματα. Και κάθε λόγος που δεν έχει τη μαρτυρία των έργων εξαλείφεται και χάνεται από το στόμα στον αέρα.
Πρόκειται να κηρύξω στους ανθρώπους τα θαύματα του Διδασκάλου. Πως, όμως, να πω με τα λόγια αυτά που δεν είδα με τα μάτια μου; Πως θα κάνω να πιστέψουν οι άπιστοι αυτά που δεν τα έχω ούτε εγώ παρακολουθήσει; Να πω στους Ιουδαίους και στους Έλληνες πως έχω δει τον Κύριό μου να Τον σταυρώνουν, όμως δεν Τον έχω δει να ανασταίνεται, αλλά μόνο άκουσα γι’ αυτό; Και ποιος δεν θα γελάσει με τα λόγια μου; Ποιος δεν θα περιφρονήσει το κήρυγμά μου; Άλλο είναι να ακούσεις κάτι και άλλο να το δεις. Άλλο είναι η αφήγηση λόγων και άλλο η θέα και η εμπειρία των πραγμάτων. Έτσι, επειδή ο Θωμάς είχε αμφίβολη γνώση. μετά από οκτώ ημέρες ήλθε πάλι ο Κύριος στους μαθητές Του που ήταν μαζεμένοι όλοι μαζί. Άφησε να κατηχηθεί πρώτα ο Θωμάς από τους συμμαθητές του στις ενδιάμεσες ημέρες. Επέτρεψε να φλογισθεί από τη δίψα να Τον αντικρίσει. Και όταν η ψυχή του πυρώθηκε από τον πόθο να Τον δει, τότε λοιπόν, την κατάλληλη ώρα, ο Ποθητός βρήκε αυτόν που Τον ποθούσε. Και παρόμοια, όπως και πρώτα, με κλεισμένες τις πόρτες το έκανε αυτό, και πάλι όπως και πρώτα, τους είπε «ειρήνη σ’ εσάς», για να ταυτισθεί το γεγονός και το θαύμα, και για να επιβεβαιώσει την αγγελία των αποστόλων και για να παραστήσει την ακρίβεια του δευτέρου ερχομού Του.
Μετά λέει στον Θωμά: Βάλε εδώ το δάχτυλό σου και δες τα χέρια μου. Τι ύψος απέραντης φιλανθρωπίας! Τι πέλαγος αμέτρητης συγκαταβάσεως. Δεν περίμενε να προσέλθει ο μαθητής, δεν περίμενε αυτόν που είχε ανάγκη να Τον πλησιάσει και να παρακαλέσει και να επιτύχει αυτά που ήθελε. Δεν τον στέρησε ούτε λίγο από την επιθυμία, αλλά ο Ίδιος ο αγαπημένος, τραβούσε κοντά Του με βία αυτόν που τον αγαπούσε. Ο Ίδιος έσυρε στην πληγή το δάκτυλο εκείνου που είχε εκφράσει τον πόθο, ο Ίδιος με τη δεσποτική γλώσσα Του τράβηξε το χέρι του δούλου λέγοντάς του: Βάλε το δάχτυλο σου εδώ και δες τα χέρια μου. Άκουσα Θωμά, μη όντας παρών ως άνθρωπος, αλλά παρών ως Θεός, αυτά που είπες προς τους αδελφούς σου. Ήμουν κοντά σας κατά την θεότητά μου και μακριά σας κατά την ανθρωπότητά μου. Θέλεις να σου υπενθυμίσω τα λόγια που είπες προηγουμένως; Δεν είπες, εάν δε δω μέσα στα χέρια Του τα σημάδια των καρφιών, και βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια των καρφιών και δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά Του, δεν θα πιστέψω; Αυτά τα λόγια δεν βγήκαν από τα χείλη σου; Αυτά τα λόγια δεν είναι σύμφωνα με τους λογισμούς σου; Γι’ αυτά ξαναήλθα, για εκείνα που αμφιβάλλεις. Γι’ αυτό ήλθα κοντά σας για δεύτερη φορά, έφτασα γι’ αυτά που επιθυμείς. Και τώρα ήλθα για εσένα, τον ένα, εγώ που για το χαμένο πρόβατο κατέβηκα από τους ουρανούς, χωρίς να εγκαταλείψω τους ουρανούς. Να μη ντραπείς, λοιπόν, να μάθεις αυτά που επιθυμείς, μη ντραπείς να περιεργασθείς αυτά που θέλεις. Μην αποφύγεις να βάλεις το δάχτυλό σου στα ίδια μου τα χέρια. Ανέχομαι και τα περίεργα δάχτυλα, όπως ανέχτηκα τα καρφιά. Υπομένω την περιέργεια του φίλου, όπως υπέμεινα την κακία των εχθρών. Όταν με σταύρωσαν οι εχθροί μου δεν αγανάκτησα, και δεν θα υποφέρω την δική σου εξέταση; Βάλε εδώ το δάχτυλό σου και δες τα χέρια μου, που έχουν τραυματιστεί για χάρη σας, για να θεραπευθούν τα τραύματα των ψυχών σας. Δες τα χέρια μου και σκέψου αν είμαι Εκείνος που σταυρώθηκε με τη θέλησή Του ή κάποιος άλλος. Δες τα χέρια μου, που τα άφησα να έχουν τα σύμβολα της Ιουδαϊκής μανίας, ώστε όταν με την συνηθισμένη αδιαντροπιά τους οι Ιουδαίοι μου πουν κατά την ημέρα της κρίσεως, δεν σε σταυρώσαμε εμείς Κύριε, τότε θα δείξω σ’ αυτούς που με πολέμησαν τα χέρια που έχουν επάνω τους τα σημάδια, και βλέποντάς τα θα ντροπιάσω τους Ιουδαίους. Δες τα χέρια μου και μη νομίσεις πως είναι κάποια φαντασία η αληθινή Ανάστασή μου. Κράτησε αυτά τα χέρια ως ομήρους για την αναγέννησή σας. Κράτησε αυτά τα χέρια, ως ενέχυρα για την ανάστασή σας από τον τάφο. Κράτησε αυτά τα χέρια, ως άγκυρα, που έπεσε στο βυθό του Άδη.
Μη φοβηθείς καμιά χειμωνιά της ζωής, ας μη σε ζαλίσει καμιά ζάλη του κόσμου, μη φοβηθείς τους αντίθετους ανέμους που φυσούν, μην ανησυχείς για τις καταιγίδες και τους σκοπέλους της θάλασσας των εχθρών. Να πλέεις με θάρρος στο πέλαγος της ζωής, να πλέεις κρατώντας την άγκυρα του Πνεύματος, μνα πλέεις βλέποντας ως λιμάνι τον ουρανό, να πλέεις και να φοβάσαι μόνο το ναυάγιο της αρνήσεώς μου. Περιγέλα τον θάνατο ως νεκρό, περίπαιζε τη φθορά ως ανίσχυρη. Δέξου για χάρη μου το τέλος της ζωής ως αρχή μιας εσωτερικής ζωής και φέρε το χέρι σου και βάλ’ το στην πλευρά μου. Άντλησε με το χέρι σου από τη βρύση αυτή της ζωής το νάμα που ποθείς, ανακούφισε τη δίψα σου. Φέρε το χέρι σου και βάλ’ το στην πλευρά μου, βάλε το χέρι σου στο ιατρείο της φύσης και βγάλε το φάρμακο της επιθυμίας σου. Δέχομαι να με αγγίξει χέρι που με αγαπά, εγώ που δέχτηκα να με πληγώσει λόγχη. Φέρε το χέρι σου και βάλ’ το στην πλευρά μου, για να μπορείς να αγωνίζεσαι γι’ αυτήν, για να μπορείς να αποκρίνεσαι σ’ αυτούς που πολεμούν την αλήθεια, ότι με είδες μετά την Ανάστασή μου και με αναγνώρισες και με ψηλάφησες προσεκτικά. Φέρε το χέρι σου και βάλ’ το στην πλευρά μου, διότι για εσένα την άφησα έτσι, εγώ που θεράπευσα τα σώματα και τις ψυχές των άλλων, προβλέποντας ως Θεός, ότι θα θελήσεις έτσι να δεις την πλευρά μου ώστε, βλέποντας τα σημάδια του Πάθους στη σάρκα μου, να θεραπεύσεις το πάθος της ψυχής σου. Φέρε το χέρι σου και βάλ’ το στην πλευρά μου, την οποία τη φύλαξα έτσι όπως τη βλέπεις ώστε όταν γυρίσω πάλι από τους ουρανούς και καθίσω για να κρίνω ζωντανούς και νεκρούς, να δουν οι Ιουδαίοι μπροστά τους τα έργα της κακίας τους και μόνοι τους να αυτοδικαστούν.
Και μη φανείς –μετά από αυτά- άπιστος, αλλά πιστός. Η απιστία είναι κακό πράγμα, κάνει τον νου να βουλιάξει, η πίστη τον ανεβάζει στον ουρανό. Η απιστία τυφλώνει την ψυχή, η πίστη φωτίζει τους λογισμούς. Η απιστία παραβλέπει και τα ορατά, η πίστη βλέπει καθαρά και τα αόρατα. Ο άπιστος βρίσκεται σε ολοκληρωτική άγνοια. Μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός. Διώξε το νέφος της απιστίας και δες τις καθαρές ακτίνες της πίστεως. Γίνε τέτοιος, όπως πρέπει να είναι αυτός που με συνάντησε και έζησε τέτοια τα οποία έζησες εσύ. Παρόμοια προσκλήθηκες με τους άλλους αποστόλους, παρόμοια μ’ αυτούς τιμήθηκες, οπλίσου παρόμοια μ’ αυτούς. Παρόμοια είδες ότι και αυτοί είδαν, παρόμοια μ’ αυτούς σου εμπιστεύθηκα, ως φίλο, όλο μου το μυστήριο. Παρόμοια μ’ αυτούς κήρυττε τη δύναμή μου. Μη ξαναπείς, αφού με είδες μια φορά: Εάν δεν ξαναδώ στα χέρια Του τα σημάδια των καρφιών, δεν θα πιστέψω. Όσο είμαι μαζί σας, αν θέλεις εξέτασε. Όσο έχεις μπροστά σου την ουράνια άμπελο, ερεύνησε όλα τα κλαδιά της και τα σταφύλια της. Διότι θα αναληφθώ στους ουρανούς, από όπου ήλθα στη γη, θα αναληφθώ όπου είμαι, θα αναληφθώ με την ανθρώπινη φύση εκεί από όπου κατέβηκα προς εσάς με τη θεότητα, θα αναληφθώ μ’ αυτό το σώμα, χωρίς το οποίο ήλθα από εκεί, και έμεινα εκεί. Θα αναληφθώ με τη δική σας φύση προς τους πατρικούς κόλπους, Εγώ που βρίσκομαι συνεχώς στους κόλπους του Πατέρα, διότι τελείωσα το έργο που για χάρη του έκανα αυτή την πορεία.
Αφού, λοιπόν, ο Θωμάς άγγιξε τα χέρια του Κυρίου και τη θεία Του πλευρά, και αφού γέμισε από δειλία μαζί κι από χαρά μεγάλη βλέποντας αυτά που επιθυμούσε, αμέσως ξεσπά σε υμνωδία, κραυγάζοντας προς τον Κύριο: Κύριέ μου και Θεέ μου. Εσύ είσαι ο Κύριος και Θεός, Εσύ είσαι και άνθρωπος και φιλάνθρωπος, Εσύ είσαι ο παράξενος και παράδοξος γιατρός της φύσεως. Δεν κόβεις με νυστέρι τα πάθη, δεν καις με φωτιά τις πληγές, δεν μαζεύεις από τα βότανα τη δύναμη των φαρμάκων, δεν δένεις με ορατούς επιδέσμους τις πληγές που μας ταλαιπωρούν. Έχεις αόρατους επιδέσμους ευσπλαχνίας, που αόρατα ενισχύουν τα διαλυμένα μέλη. Έχεις λόγο πιο κοφτερό από το μαχαίρι, έχεις λόγο πιο δυνατό από τη φωτιά, έχεις νεύμα πιο απαλό από το φάρμακο. Ως δημιουργός χωρίς κόπο αγιάζεις τα δημιουργήματα, ως πλάστης χωρίς κούραση μεταπλάθεις τα πλάσματα. Εσύ καθάρισες, όπως ήθελες, τη λέπρα, Εσύ ανέδειξες τους κουτσούς δρομείς, Εσύ έκανες τους παραλύτους να μεταφέρουν τα κρεβάτια τους, Εσύ τους εκ γενετής τυφλούς πρόσταξες να πετάξουν το σκοτάδι τους με νίψιμο. Εσύ έδιωξες τους δαίμονες από τα δημιουργήματά Σου, Εσύ με τη θέλησή Σου συνελήφθης από τους εχθρούς, Εσύ θέλοντας έπαθες για χάρη μου κατά σάρκα από τους Ιουδαίους, Κύριε και Θεέ μου. Αναγνώρισα τον Κύριό μου, αναγνώρισα τον αλιέα και φύλακά μου, αναγνώρισα τον Βασιλιά και Κύριό μου. Κύριε και Θεέ μου. Πιστεύω, Κύριε, στο έργο της σωτηρίας Σου, πιστεύω στη συγκατάβασή Σου, πιστεύω πως ανέλαβες να με φροντίζεις, πιστεύω στον προσκυνητό Σου Σταυρό, πιστεύω στα παθήματα της Σάρκας Σου, πιστεύω στον τριήμερο θάνατό Σου, πιστεύω στην Ανάστασή Σου. Λοιπόν, δεν πολυεξετάζω πλέον. Πιστεύω και δεν κάνω έλεγχο, Πιστεύω και δεν αμφιβάλλω. Πιστεύω και δεν περιεργάζομαι. Πιστεύω στα μάτια μου, πιστεύω στο χέρι μου. Έμαθα από αυτά που είδα να μην ελέγχω. Έμαθα, από αυτά που ψηλάφησα, να προσκυνώ και να μην περιεργάζομαι. Γνωρίζω έναν Κύριο και Θεό, τον Δεσπότη Χριστό, του Οποίου η δόξα και η δύναμη είναι αιώνια. Αμήν.
Πηγή: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ
ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ – ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ – ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ – ΛΕΟΝΤΕΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ – ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΕΡΑΜΕΩΣ – ΑΣΤΕΡΙΟΥ ΑΜΑΣΕΙΑΣ ΔΙΑΔΟΧΟΥ ΦΩΤΙΚΗΣ – ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ – ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ – ΛΕΟΝΤΟΣ ΣΟΦΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ: ΓΕΩΡΓΙΟΥ Β. ΜΑΥΡΟΜΑΤΗ
ΚΑΛΥΒΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΙΕΡΑΣ ΣΚΗΤΗΣ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Αρμός