Από το Συναξάρι της Αγίας Θεοδώρας

Ξενιτευομένη δε κρύω και καύσωνι, αίθριος ταλαιπωρούσα, λιμώ τε και δίψη και τη λοιπή κακουχία, πιεζομένη και υπο στέγην εισελθείν επιθυμούσα…

Έγερνε το φως και της άλλης μέρας. Η Θεοδώρα βρισκόνταν τώρα σε μια ψηλή κορυφή, απ΄όπου πανοραμικά, ατένιζε πέρα τη βαθιά γραμμή του Αράχθου, έτσι όπως κυλούσε αμέριμνος ανάμεσα στα Αθαμανικά όρη. Δεν έβλεπε για πρώτη φορά η Θεοδώρα ένα παρόμοιο μεγαλόπρεπο θέαμα. Όμως η μαγεία αυτού του τοπίου την απέσπασε προσώρας από την τραγωδία της. Σε λίγο ερευνώντας τον ορίζοντα, ανατολικά, διαπίστωσε ότι προς τη μεριά εκείνη, δεξιά της, υπήρχε πλούσια βλάστηση μεγάλα δέντρα και κάποιο φυσικό απάγγειο… Ευθύς άρχισε να τρέχει προς την απέναντι απόκρημνη πλαγιά, πηδώντας μέσα από θάμνους, βράχια αιχμηρά, πουρνάρια, άγριες και σκληρές κουμαριές, έχοντας συνάμα το φόβο ότι θα την προλάβει η μπόρα και η νύχτα, πριν ανακαλύψει κάποιο προστατευτικό καταφύγιο…Σε λίγο βρέθηκε μπροστά σ΄ένα μισοερειπομένο μοναστηράκι. Ένα τοσοδά καθολικό ξυλόστεγης βασιλικής, με μερικά κελάκια που ήταν κολλημένα στη δυτική του πλευρά…πλησίασε το μοναστηράκι…χτύπησε απαλά την πόρτα. Και, ω του θαύματος, μια γερόντισσα μοναχή, αφού τράβηξε το μεγάλο σύρτη από μέσα, της άνοιξε.

-Παιδάκι μου, πώς βρέθηκες δω πάνω στην ερημιά; Πέρασε μέσα, της είπε.
-Τι ωραία που είναι, έκανε η Θεοδώρα και τι ζεστά.
-Έλα, κόπιασε και κάτσε να σου φκιάσω μια φασκομηλιά. Εσύ ΄σαι σαν κωνσταντινάτο χλωμή. Να σου φέρω και κανένα ρούχο.
-Ευχαριστώ.
-Πού πέρασες τη νύχτα σου κόρη μου;
-Εδώ, πλάι στο βράχο.
-Και γιατί; Τι σου συμβαίνει;

….Χωρίς αμφιβολία, για τις δεινές κακουχίες που περνούσε η Θεοδώρα, υπεύθυνοι ήσαν ο άνδρας της Μιχαήλ και η ερωμένη του Γαγγρινή. Η ίδια ήταν ολωσδιόλου αθώα. Γι΄ αυτό δεν είχε σκοπό να υποκύψει. Ούτε βέβαια να παραιτηθεί από τον αγώνα της. Έστω κι αν ακόμα το σκέφτηκε κάποιες στιγμές αδυναμίας. Εξάλλου μέσα της κυοφορούσε μια νέα ζωή, την οποία έπρεπε να φέρει στον κόσμο ακέραιη. Και αυτό, όχι μόνο την παρηγορούσε και την εγκαρδίωνε, αλλά καθημερινά συνομιλούσε μαζί με το έμβρυο. Κι έκανε μάλιστα χίλια δυο όνειρα για το μέλλον του, δίχως να επιτρέπει να δημιουργείται μέσα της κενό για οργή, για μίσος ή εκδίκηση εναντίον εκείνων που την ανάγκασαν να περιφέρεται στα βουνά, απειλούμενη από μύριους κινδύνους κι  απ΄ αυτή ακόμη την πείνα…

-Και πού βρίσκομαι δω πάνω, γερόντισσα; Ρώτησε η Θεοδώρα.
-Λίγες ώρες μόνο από μας φαίνεται το χωριουδάκι της Πρένιστας.
-Κι έρχεται από κει κόσμος στη μονή σας;
-Όχι, παιδάκι μου. Εδώ είμαστε μόνες πάντοτε. Ο παπα-Νικηφόρος μας επισκέπτεται καμιά φορά, όταν λειτουργεί… Είναι φτωχό, πάμφτωχο το μοναστηράκι μας. Μα συ εδώ θα μείνεις όσο θέλεις. Πάντα υπάρχουν λίγο γάλα και μερικά λαχανικά. Θα πορευτούμε, μη σκιάζεσαι! Έχει ο Θεός…

πηγή: Φερούσης Δ., Θεοδώρα Κομνηνή, Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, Αθήνα 1999

 Φωτογραφίες



Ενημερωθείτε ηλεκτρονικά για τα νέα μας

logo imartis small white