Η ελπίδα στο Χριστό “άγκυρα της ψυχής ασφαλής τε και βεβαία”
(Εβρ. Στ΄, 19)
Σεβασμιώτατε,
Πανοσιολογιώτατε πάτερ, σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί μου Χριστιανοί.
Το θέμα με το οποίο θα απασχοληθούμε απόψε είναι «Η ελπίδα στο Χριστό “άγκυρα της ψυχής ασφαλής τε και βεβαία” (Εβρ. Στ΄, 19)»
Η ελπίδα γενικά.
Ελπίδα είναι η προσδοκία και η αναμονή αγαθών. Είναι η προσδοκία της ικανοποιήσεως των επιθυμιών και των πόθων μας. Είναι η αναμονή της πραγματοποιήσεως των σχεδίων και των ονείρων μας. Είναι η αισιοδοξία για το μέλλον και η ευοίωνος προοπτική για το αύριο. Η ελπίδα είναι ρίζα της ζωής. Χωρίς ελπίδα χάνεται η δύναμη και το κουράγιο της ζωής. Η ελπίδα είναι το κίνητρο κάθε δραστηριότητας και ενεργείας του ανθρώπου. Όταν σβήσουμε την ελπίδα του κέρδους από τον εμπορευόμενο αμέσως εκείνος περιπίπτει στην αδράνεια και την αδιαφορία. Όταν εξαλείψουμε από την ψυχή του επιστημονικού ερευνητού τη φλογερή προσδοκία ότι με τις κοπιαστικές και επικίνδυνες έρευνές του θα ανακαλύψει ευεργετικά φάρμακα και επωφελή στοιχεία και μέσα ανακουφιστικά για τους ανθρώπους αμέσως θα σταματήσει κάθε επιστημονική πρόοδος. Εάν αφαιρέσουμε από την νεανική ψυχή την ελπίδα της επιτυχίας στις προσπάθειες που καταβάλλει και στους κόπους που υφίσταται και η νεότης του αμέσως μαραίνεται αφού προηγουμένως μαράθηκε μέσα του η δύναμη της ελπίδος. Όταν από τις ψυχές των ανθρώπων σβεσθή το φώς της ελπίδος τότε οι άνθρωποι δε θα βρίσκουν το λόγο να υφίστανται τις ταλαιπωρίες της παρούσης ζωής.
Ο Χριστός η ελπίς ημών.
Ο άγιος Θεός είναι η Αγάπη που τον κόσμο αγκαλιάζει. Όταν ο άνθρωπος έπεσε στην αμαρτία και έτσι μπήκε στον κόσμο το κακό με όλες του τις συνέπειες ο άγιος Θεός δεν καταδίκασε το ανθρώπινο γένος σε αιώνιο πνευματικό θάνατο, ούτε το άφησε χωρίς κανένα φώς και καμιά ελπίδα. Με το Πρωτευαγγέλιο έδωσε στον μεταπτωτικό άνθρωπο την πρώτη Ελπίδα, την πρώτη ευχάριστη αγγελία για τη σωτηρία του ανθρώπου. «Και έχθραν θήσω αναμέσον σου και αναμέσον της γυναικός και αναμέσον του σπέρματος σου και αναμέσον του σπέρματος αυτής∙ αυτός σου τηρήσει κεφαλήν και σύ τηρήσεις αυτού πτέρναν (Γεν. γ’ 15) (Θα θέσω έχθρα ανάμεσα σε σένα το Διάβολο και τη γυναίκα ανάμεσα στον απόγονό σου και τον απόγονο αυτής. Αυτός ο Χριστός με την Ανάστασή Του θα σου συντρίψει το κεφάλι ενώ εσύ θα του κεντήσεις την πτέρναν με τη Σταυρική θυσία). Από τη στιγμή που ακούστηκε ο λόγος αυτός άνοιξε ένα παράθυρο ελπίδος στον Ουρανό. Φάνηκε η αγάπη του Θεού και η Φιλανθρωπία Του. Από τότε όλοι οι λαοί της γής και ιδιαίτερα ο Ισραηλιτικός λαός προετοιμασμένος από το προφητικό του κήρυγμα περιμένουν την έλευση του Μεσσία Χριστού που όταν θα γεννηθή «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» θα είναι η «προσδοκία των Εθνών» (Γεν. Μθ,10). Περιμένουν τη νέα κοινωνία, δηλαδή την Εκκλησία του Θεού μέσα στον κόσμο. Μετά τον ερχομό του Χριστού και το έργο της θείας οικονομίας όσοι πίστευσαν στον Χριστό και στο έργο Του, όσοι βαπτίστηκαν και ενσωματώθηκαν στο μυστικό Του Σώμα την Εκκλησία ζουν και ελπίζουν και αναμένουν τον Υιό του ανθρώπου για να κρίνει τον άνθρωπο, αναμένουν τα αιώνια αγαθά που θα απολαύσει ο άνθρωπος στην απέραντη και ασάλευτη, βασιλεία του Θεού. Ο Χριστός είναι η ελπίδα μας. Σ` αυτόν οφείλουμε τα πάντα και απ` Αυτόν αναμένουμε όλα όσα είναι απαραίτητα για την πνευματική και ηθική μας τελειοποίηση και σωτηρία μας. Κατά την Καινή Διαθήκη 1) η Ελπίδα είναι η αναμονή και η προσδοκία της Αναστάσεως των νεκρών. Στις Πράξεις των Αποστόλων ο Απόστολος Παύλος ενώπιον του Ιουδαϊκού Συνεδρίου έλεγε «Εγώ κρίνομαι (δικάζομαι) περί ελπίδος και αναστάσεως νεκρών» (Πρ. κγ’,6) και ενώπιον του ηγεμόνα Φήλικα απολογούμενος τόνιζε «Ελπίδα έχων εις τον Θεόν, ην και αυτοί ούτοι προσδέχονται ανάστασιν μέλλειν έσεσθαι νεκρών δικαίων τέ και αδίκων» (Πρ. κδ’, 15). Επίσης 2) η Ελπίδα είναι η αναμονή της δόξης του Θεού.
«Και καυχώμεθα επ` ελπίδι της δόξης του Θεού»(Ρωμ. Ε’, 2). Ο Χριστός είναι η ελπίς της δόξης όχι μόνο για τους Ιουδαίους αλλά και για τους Εθνικούς «δια του οποίου ελπίζομε να επιτύχωμεν την αιώνιαν δόξαν»(Κολασ. Α’,27). Ελπίδα ακόμη 3) είναι η προσδοκία της αιωνιότητος. «Διατελούμεν» λέγει ο Απ. Παύλος στην προς Τίτον Επιστολή του «επ` ελπίδι ζωής αιωνίου, ην επηγγείλατο ο αψευδής θεός προ χρόνων αιωνίων (Τιτ. Α’,2). Εγγύηση της Ελπίδος είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός και η εκ νεκρών Ανάστασή Του «Ευλογητός ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο κατά το πολύ αυτού έλεος αναγεννήσας ημάς εις ελπίδα ζώσαν δι` αναστάσεως Ιησού Χριστού εκ νεκρών εις κληρονομίαν άφθαρτον και αμίαντον τετηρημένης εις υμάς (Α’ Πετρ. Α, 3-4). Παύλος απόστολος Ιησού Χριστού κατ` επιταγήν Θεού σωτήρος ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού της ελπίδος ημών»(Α’ Τιμ. Ά,1). Ο Ιωάννης ο Σιναΐτης ο συγγραφέας της «Κλίμακος» που γιορτάσαμε σήμερα λέγει ότι η ελπίς είναι «αδήλου πλούτου πλούτος», δηλαδή πλούτος ενός πλούτου που δεν φαίνεται. Η ελπίδα είναι ασφαλής απόκτηση θησαυρού πρίν από την απόκτηση του. Αυτή είναι ανάπαυση και ανακούφιση από τους κόπους. Αυτή είναι η θύρα της αγάπης. Αυτή φονεύει την απόγνωση. Αυτή εικονίζει εμπρός μας τα πράγματα που ευρίσκονται μακριά. Έλλειψη της ελπίδος σημαίνει αφανισμός της αγάπης. Σ` αυτήν είναι δεμένοι οι πόνοι, σ` αυτήν είναι κρεμασμένοι οι κόποι, αυτήν περικυκλώνει το έλεος του Θεού» (Κλίμακα Ιωαν. Λόγος Λ’, Περί Αγάπης, Ελπίδος και πίστεως Λ’, 16). «Η ελπίς τρέφει» (Γρ. Θεολ.,ΕΠΕ, 8,80) και « τας ημετέρας διαβαστάζει ψυχάς»(Χρυσ. ΕΠΕ, 28, 752). Και εγκαθιστά «την χαράν σύνοικον τη ψυχή»(Μ. Βασιλ. P.G. 31,224). O Ι. Χρυσόστομος λέγει ότι η ελπίς «είναι τείχος αρραγές, ασφάλεια αχείρωτος (ακατάβλητη), πύργος άμαχος (ακαταμάχητος)» (Χρυσ. ΕΠΕ 7,80). Είναι κατά τον Γρηγόριο το Θεολόγο «το εν τοις στενοίς (στις στενοχώριες) φάρμακον»(Γρηγ. Θεολ. ΕΠΕ 5, 370) και το «ισχυρότατον πάντων των τονωτικών»(Μ. Βασιλ. P.G. 32, 593).
Οι Ελπίδες του κόσμου τούτου.
Δυστυχώς πολλές φορές οι Χριστιανοί παρασυρόμαστε από ψευδείς και απατηλές ελπίδες του κόσμου τούτου. Έτσι ελπίζουμε στην εκμετάλλευση του αδυνάτου, στο άδικο κέρδος, στην αρπαγή της ξένης περιουσίας. Νομίζουμε ότι μ` αυτά θα ασφαλισθούμε. Η αδικία όμως πάντοτε αποκαλύπτεται και εξευτελίζει τον άνθρωπο. Ο δε Κύριος που « είναι δίκαιος και δικαιοσύνας ηγάπησε»(Ψαλμ. 1,7) θα την τιμωρήσει. Η ελπίδα στην αδικία είναι ματαία, επιζήμιος και ολέθρια. Ο ψαλμωδός τονίζει «Μην ελπίζετε επ` αδικίαν και επί αρπάγματα μη επιποθείτε»(Ψαλμ. Ξα’,11). Άλλοι ελπίζουν στα πλούτη και στα υλικά αγαθά. Δυστυχώς «η φύση του πλούτου είναι ρευστή και ολισθηράν έχει την παρουσίαν»κατά τον Μ. Βασίλειον. Ομοιάζει ο πλούτος με τον κακοποιό, ο οποίος χωρίς να το καταλάβεις, ενώ τον κρατείς σου ξεφεύγει και τρέχει μακριά. Και μπορεί αυτός που σήμερα είναι πλούσιος, αύριο να τα χάσει όλα τα πλούτη όπως συνέβη με τον δίκαιο και άμεμπτο Ιώβ. Τότε ο άνθρωπος γίνεται πολλές φορές αντικείμενο συζητήσεων και ειρωνειών πολλών συνανθρώπων οι οποίοι θα λέγουν «Ιδού άνθρωπος, ος ουκ έθετο τον Θεόν βοηθόν αυτού, αλλ` επήλπισεν επί το πλήθος του πλούτου αυτού και ενδυναμώθη επί τη ματαιότητι αυτού»(Ψαλμ. Να, 9). Γι` αυτό ο Απ. Παύλος συνιστά στον μαθητή του Τιμόθεο «Τοις πλουσίοις εν τω νύν αιώνι παράγγελλε μη υψηλοφρονείν μηδέ ηλπικέναι επί πλούτου αδηλότητι, αλλ` εν τω Θεώ τω ζώντι, τω παρέχοντι ημίν πάντα πλουσίως, εις απόλαυσιν»(Α’ Τιμ. Στ, 17). Στηρίζονται πολλοί και από τους Χριστιανούς σε ισχυρά πρόσωπα της ημέρας και της εξουσίας, όταν όμως αυτά δεν εμπνέονται από τη χάρη του Θεού τότε κοιτάζουν το προσωπικό τους συμφέρον και υπόσχονται πολλά χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον. Ο ιερός ψαλμωδός τονίζει «Μη πεποίθατε επ` άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων, οις ούκ έστι σωτηρία»(Ψαλμ. Ρμε,3). Ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι δεν αναπαύεται ο Θεός και δεν βοηθεί εκείνον που μοιράζει τον εαυτό του και βασίζεται πότε στα ανθρώπινα στηρίγματα και στις κοσμικές δυνάμεις και πότε στον Κύριο. Ζητεί και θέλει την αποκλειστικότητα και την ειλικρινή καταφυγή σ` Εκείνον «Μακάριος ο πάσης ελπίδος των κατά του κόσμου τούτου αποστήσας και μόνην έχων εαυτού ελπίδα τον θεόν (…) Ου γάρ δέχεται επαμφοτερισμόν η εις Θεόν ελπίς ουδέ καταδέχεται ο Κύριος, ολόκληρον την παρ` εαυτού παρέχειν βοήθειαν τω ποτέ μέν (άλλοτε μέν) επί χρήμασιν ηλπικότι, και δόξη ανθρωπίνη και δυνάμει τη κατά κόσμον, ποτέ δε (άλλοτε δε) αυτόν εις ελπίδα εαυτού προβαλλομένω». (Μ.Βασιλ. P.G. 30, 549). Και ο ιερός Χρυσόστομος επρόσθετε ότι «ουδέν προς σωτηρίαν ίσον του δια παντός οράν προς Θεόν (=του να προσβλέπης δηλαδή συνεχώς στη θεία βοήθεια) και της ελπίδος εκκρέμασθαι εκείνης»(και να κρέμεσαι και στηρίζεσαι από εκείνην και μόνον την ελπίδα)(Χρυσοστ. ΕΠΕ 7,80)∙ Αυτή είναι « η ου καταισχύνουσα ελπίς» συμπλήρωνε ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος(ΕΠΕ 1, 238). Η ελπίδα στο Θεό δε σε ντροπιάζει ποτέ και δεν σε αφήνει ποτέ αβοήθητο. Αντίθετα οι κοσμικές ελπίδες σε αφήνουν αστήρικτο και εκτεθειμένο. Οι κοσμικές ελπίδες ομοιάζουν με άχυρα που τα παρασύρει ο άνεμος και με καπνό που διαλύεται στις πνοές του ανέμου «ως χνούς φερόμενος υπό ανέμου και ως καπνός υπό ανέμου διαλυόμενος» (Σοφ. Σολ. Ε’, 14). «Η ελπίς επί τον Θεόν» ετόνιζε και υπογράμμιζε με το χαρακτηριστικό του τρόπο ο ιερός Χρυσόστομος, είναι «όρους πολύ ασφαλέστερον»(Χρυσοστ. ΕΠΕ 7,12). Σε ασφαλίζει απολύτως και είσαι ακλόνητος πολύ περισσότερο από τα πανύψηλα και ακίνητα βουνά. Και ο Απ. Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή του γράφει ότι εμείς οι πιστοί έχομεν εν τη ελπίδα ως άγκυρα της ψυχής ασφαλή τέ και βεβαία (Εβρ. Στ’,19). Η ανθρώπινη ζωή έχει πολλές δυσκολίες, αποτυχίες και αντιξοότητες. Ο καθένας μας κάνει τα δικά του λάθη, έχει τις δικές του αστοχίες και αμαρτίες. Πολλές φορές η ζωή μας ομοιάζει με πλοίο που σε ώρες τρικυμίας και κινδύνου από τα ισχυρά ρεύματα καθώς απειλείται η σταθερότητά του, η άγκυρα είναι το πολύτιμο εφόδιο που το συγκρατεί και το εξασφαλίζει. Σε τέτοιες στιγμές χρειάζεται ο πιστός χριστιανός την ελπίδα σαν άγκυρα της ψυχής ασφαλή και βεβαία για να προληφθούν τα ηθικά ναυάγια και τα συντρίμματα. Ο ιερός Χρυσόστομος παρακινούσε τον κάθε πιστό «Στην οποιαδήποτε απροσδόκητη συμφορά σου «σύ της ελπίδος έχου (κρατήσου από την ελπίδα της εις τον Θεόν) και πάντως επιτεύξη Χρηστού του τέλους (και οπωσδ΄γποτε το τέλος θα είναι ευχάριστο) (Χρυσ. ΕΠΕ 7,92). Και τότε που όλα γύρω φαίνονται δύσκολα και σκοτεινά, «όταν εις απορίαν τα πράγματα εμπέση, τότε μάλιστα έλπιζε»(ΕΠΕ 6,582) μην απελπίζεσαι, αλλά να ελπίζης πολύ περισσότερο στην βοήθεια του παντοδύναμου Θεού. Εμπρός στην οποιαδήποτε δυσκολία και στον κάθε κίνδυνο που σε απειλεί, έλεγε και ο κορυφαίος θεολόγος της Εκκλησίας Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός «Κέρασουν(= ένωσε) τη απειλή την ελπίδα (= συνδύασε τον κίνδυνο με την ελπίδα) και «το της … ελπίδος φώς» θα διαλύση το σκοτάδι της απελπισίας που απειλεί να απλωθή μέσα σου και γύρω σου (ΕΠΕ 5, 374,386). «Εν παντί καιρώ και περιστάσει πάση» επρόσθετε, σε κάθε δύσκολη περίστασή μας «προβαλλώμεθα την καλήν ελπίδα» και να μην χάνωμε ποτέ «εν τοις λυπηροίς το εύελπι», την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. (Γρηγ. Θεολ. ΕΠΕ 5, 378).
Η Ελπίδα των Χριστιανών στη Βασιλεία των Ουρανών
και στην αιωνιότητα
Η ελπίδα των πιστών Χριστιανών εκτείνεται πέραν του φθαρτού και υλικού κόσμου, εκτείνεται στον ουρανό και στην αιωνιότητα. Η ελπίς των Χριστιανών είναι ο Χριστός. Αυτός που τώρα πιστεύουμε ελπίζομε ότι θα είναι η αιώνια δόξα, η αιώνια χαρά και η απόλαυση μας. Και τώρα είμεθα κατά χάριν «υιοί και θυγατέρες του» μετά δε τη Δευτέρα παρουσία Του όταν αξιωθούμε να μπούμε στη Βασιλεία Του και να ακούσουμε το «Δεύετε οι ευλογημένοι του Πατρός μου κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν Βασιλείαν από καταβολής κόσμου»(Ματθ. κέ, 34) τότε «οψόμεθα αυτόν καθώς εστίν»(Α’ Ιωαν. Γ’,2). Θα απολαύσουμε τη δόξα που απολαμβάνει ο Χριστός και ως άνθρωπος μετά την ένδοξη Ανάληψή Του όπου εκάθισε στα δεξιά του θρόνου του Ουράνιου Πατέρα του. Ελπίζομε εκεί στον ουρανό να απολαύσωμε «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο θεός τοις αγαπώσιν αυτόν(Α’ Κορ, β’,9). Τα θεία και ακατανόητα τώρα από ημάς, τα μη δυνάμενα να εκφρασθούν με γλώσσαν και λόγους ανθρωπίνους τα πνευματικά αγαθά της βασιλείας των ουρανών ελπίζομεν χάρις εις την Θείαν αγαθότητα να χαρισθούν και εις ημάς . Ελπίζομεν ότι θα καταξιώσει και ημάς ο Θεός να είμεθα μεταξύ των εκλεκτών εις τους οποίους θα εκπληρωθούν οι προφητικοί λόγοι της Αποκαλύψεως «Σκηνώσει μετ` αυτών και αυτοί λαός αυτού έσονται και αυτός ο Θεός μετ` αυτών έσται∙ και εξαλέιψει απ` αυτών ο θεός πάν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος ουκ έσται έτι, ούτε πένθος, ούτε κραυγή, ούτε πόνος ουκ έσται έτι∙ ότι τα πρώτα απήλθον». (Αποκ. Κά, 3-4).
Η Ελπίδα επί τον «Θεόν τον ζώντα»
και ο πνευματικός αγώνας.
Πρέπει να τονισθεί ότι στην Παλαιά Διαθήκη το αποκορύφωμα της Ελπίδος ήτο συνυφασμένο με την γλυκιά προσδοκία του Μεσσία, ενώ το απαύγασμα της ελπίδος στην Καινή Διαθήκη που είναι η τέλεια αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού προσανατολίζεται προς την Εσχάτην ημέραν. Όταν στην συναγωγή της Ναζαρέτ ο Κύριος έλεγε ότι άνοιξε το βιβλίο του προφήτου Ησαΐου στο εδάφιο εκείνο που ο προφήτης αναφερόταν στο έργο του Μεσσία «Πνεύμα Κυρίου επ` εμέ,ου είνεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει κηρύξαι ενιαυτόν κυρίου δεκτόν» (Λουκ. δ’, 8-19) και όταν έλεγε στους κατοίκους της Ναζαρέτ ότι «σήμερον πεπλήρωται η γραφή αύτη εν τοις ωσίν υμών»(Λουκ. δ’,21) τότε ικανοποιείτο η ελπίδα του «καταλοίπου του λαού», δηλαδή όλων εκείνων των Ισραηλιτών που περίμεναν τον Μεσσία σύμφωνα με το Προφητικό κήρυγμα. Όταν θα εξαγγείλει το «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου κληρονομήσατε…»(Ματθ. Κέ, 34) θα ικανοποιηθεί η ελπίς των ολίγων» των «εκλεκτών οπαδών» αυτού. Ο Ιωάννης στην Α’ Καθ. Επιστολή του διδάσκει ότι θεϊκή ωραιότης αναμένει τους εκλεκτούς αφού ως τέλειοι θα δύνανται να ίδουν το θεό γι` αυτό και μας προτρέπει σε εξαγνισμό «Πας ο έχων την ελπίδα ταύτην… αγνίζει εαυτόν, καθώς εκείνος αγνός εστίν»(Α Καθ. Ιωαν., ΄γ,3). Ο αδάμας της απολογητικής φιλολογίας, η προς Διόγνητον Επιστολή γ΄ραφει ότι οι χριστιανοί «ει και επί γής διατρίβουσιν αλλ` εν ουρανώ πολιτεύονται»(Διόγνητον V, 1-9, ΒΕΠ, Β, 253). Ο Πολύκαρπος Σμύρνης συνιστά προς τους Φιλιππησίους «Αδιαλείπτως προσκαρτερώμεν τη ελπίδι ημών»(Προς Φιλιππησίους, ΙΙΙ, 2, ΒΕΠ. Γ’, 16). Ο Γρηγόριος ο Ναζιάνζηνος θεωρεί ως μίαν των δωρεών του Θεού «το την Βασιλείαν ουρανών ελπίζειν»(P.G. 35, 888).
Βέβαια ο πιστός ελπίζει στα αγαθά του Παραδείσου αλλά ουδέποτε επιτελεί το καλόν εξ` υπολογισμού αλλά ενεργεί το αγαθό «ως φίλος Θεού» από αγάπη προς τον Τριαδικό Θεό. Ο Γρηγόριος ο Νύσσης παρατηρεί «Τούτο γάρ εστίν ως αληθώς τελειότης, το μη δουλοπρεπώς φόβω κολάσεως του κατά κακίαν βίου χωρίζεσθαι, μηδέ τη των μισθών ελπίδι το αγαθόν ενεργείν πραγματευτικί τινί και συναλλαγματική διαθέσει κατεμπορευομένους της εναρέτου ζωής αλλ` υπεριδόντας πάντων και των εν επαγγελίαις δι` ελπίδος αποκειμένων» (Εις τον Βίον Μωϋσέως, P.G. 44,429). Όμως κατά του Μ. Βασιλείο η ελπίδα στα άφθαρτα αγαθά της αιωνιότητος και στον εν Τριάδι Θεό είναι Χρησιμοτάτη και παρατηρεί ότι «Τη ελπίδι των αποκειμένων αγαθών αλύπως του βίου τα αλγεινά υποφέρομεν»(Μ.Β. P.G. 29,216). Οπλισμένοι μ` αυτήν την «μακαρία ελπίδα»(Τιτ. ΄β,13) δεν παρασυρόμαστε από ανθρώπους «πονηρούς και γόητες οι οποίοι πλανώνται και πλανούν»(Β’ Τιμ. 3,13) αλλά μένουμε σταθεροί στο δρόμο της πίστεως, δεν εγκαταλείπουμε τον πνευματικό αγώνα, δε γινόμεθα ριψάσπιδες. Εκλέγουμε μαζί με την Μαρία «την αγαθή μερίδα ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ` αυτής»(Λουκ. ι, 42) δηλαδή την αφοσίωση στην Ευαγγελική Ζωή, στη Χριστοζωή. Και ημείς λυπούμεθα στις θλίψεις της ζωής, στις αρρώστιες, στο θάνατο αγαπητών και προσφιλών προσώπων αλλά όχι όπως εκείνοι «οι μη έχοντες ελπίδα» που γογγύζουν κατά του Θεού, που παραπαίουν και φθάνουν στη μελαγχολία, στην απαισιοδοξία και την απόγνωση. Αυτή η ελπίδα είναι σωσίβιο στις ώρες των δοκιμασιών και των πειρασμών. Μας προφυλάσσει από πτώσεις ηθικές, από αμαρτωλές και επιλήψιμες ενέργειες, μας διασώζει από πνευματικά ναυάγια. Όταν η ελπίδα είναι «ζώσα»(Α’ Πετρ. 1,3) μέσα μας, τότε γίνεται πηγή υπομονής και θάρρους. Ο άνθρωπος που ελπίζει στο Θεό δεν κάμπτεται μπροστά στις δυσκολίες. Δεν λυγίζει στις δοκιμασίες. Δεν φοβάται την ώρα του πειρασμού. Δεν τα χάνει στις δύσκολες στιγμές. Μένει σταθερός και αταλάντευτα προσηλωμένος στον Χριστό. Στηρίζεται στη χάρη Του και επικαλείται τη βοήθειά Του. Δεν ελπίζει σ` άλλους «σωτήρες» ούτε στα σχήματα του κόσμου τούτου διότι ξέρουμε ότι «παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α’ Κορ. ζ,31). Ο κόσμος αυτός παρέρχεται και μόνο «αυτός που κάνει το θέλημα του Θεού μένει εις τον αιώνα»(Α’ Ιωαν. 2,17). Η Ελπίδα στο Θεό δίνει φτερά στους γνήσιους αγωνιστές. Μ` αυτή την ελπίδα πορευόμαστε σ` όλη μας τη ζωή.
Προετοιμαζόμαστε να εορτάσουμε το σταυρώσιμο και Αναστάσιμο Πάσχα, την «εορτή των εορτών». Σ` αυτό το μεγάλο πνευματικό «ταξίδι» της Μ. Τεσσαρακοστής η ελπίδα στο Χριστό και στην αιώνια δόξα γίνεται για τον καθένα μας η «ασφαλής και βεβαία άγκυρα». Γιατί ξέρουμε ότι μέσα από τις δυσκολίες του πνευματικού αγώνα κατευθυνόμαστε προς το γαλήνιο λιμάνι της Βασιλείας του Θεού. Έτσι στερούμαστε κάποιες μικρο-απολαύσεις αυτής της ζωής, κλίνουμε τα αυτιά μας στις Σειρήνες τις γήϊνες και υλικές. Αγωνιζόμαστε με τη Χάρη των μυστηρίων και τη δύναμη της μυσταγωγικής και αναγωγικής λατρείας για να απαρνηθούμε τον παλαιόν άνθρωπον «συν ταις πράξεσι και ταις επιθυμίαις αυτού» (Κολας. 3,9), για να νεκρώσουμε μέσα μας την αμαρτία. Αποδεχόμαστε την κοπιαστική προσπάθεια για να δαμάσουμε τα πάθη μας, να επιβάλλουμε περιορισμούς στη ζωή μας, να απαρνηθούμε την έλξη της «ευπερίστατης αμαρτίας»(Εβραίους ΙΒ’,1). Καθώς δε ανεβαίνουμε την κλίμακα των αρετών προγευόμαστε τη Χαρά και τηνειρήνη της παρουσίας του Χριστού «εντός ημών». Στο Ευχαριστιακό Δείπνο συναντώμεθα μ` Εκείνον που «είναι το Φώς, η Αλήθεια, η Ζωή».Ενούμεθα με το μυστηριακό Χριστό. Ελπίδα μας και πόθος μας τελικός η άνω Ιερουσαλήμ. Γι` αυτό και βαδίζουμε αγωνιστές του καλού «επί το βραβείον της άνω κλήσεως»(Φιλιπ. Γ’, 14).
Αδελφοί μου. Ζούμε σε μια κοινωνία όπου ισχύει το δίκαιο του ισχυροτέρου, που η αγάπη των πολλών «εψύγη»(Ματθ. ΚΔ’,12), που η απανθρωπιά και η σκληρότητα είναι πραγματικότητα. Διερχόμαστε κρίση όχι μόνο οικονομική αλλά κυρίως πνευματική και ηθική. Το μέλλον δε και η αποκατάσταση ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων είναι αβέβαια. Σ` αυτή την απνευμάτιστη κοινωνία πολλοί συνάνθρωποι μας και ιδιαίτερα νέοι άνθρωποι απογοητεύονται, δοκιμάζουν πλήξη, ανία, αγωνία και άγχος. Αισθάνονται αποξενωμένοι από τους άλλους και διασπασμένοι εσωτερικά. Πολύ συχνά καταλήγουν σε νευρικές και ψυχικές ασθένειες ή στο μαύρο σκιάχτρο των ναρκωτικών ουσιών. Οδηγούνται στο αδιέξοδο, σε παραβατική συμπεριφορά, στην αυτοκτονία, ζούν χωρίς ελπίδα. Αιτία της απελπισίας είναι η απιστία ή η αμφιβολία για την ύπαρξη του θεού και τη θεία πρόνοια, η υπερβολική προσκόλληση στα εγκόσμια αγαθά και πολλές φορές η συναίσθηση ενοχής, οι φοβερές τύψεις της συνειδήσεως που δεν καταλήγουν στην ειλικρινή μετάνοια και επιστροφή στον άγιο Θεό. Όμως από τότε που στον κόσμο ακούστηκε η ευχάριστη είδηση ότι ο Θεάνθρωπος μπήκε στην ιστορία για να αλλάξει την ανθρώπινη μοίρα είναι απαράδεκτη και αδικαιολόγητη η απελπισία και η απαισιοδοξία. Από τότε που ακούστηκε το «Ιδου ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην ήτις έσται παντί τω λαώ ότι ετέχθη υμίν σωτήρ»(Λουκ. β’, 10-11)» η νύκτα της απελπισίας πέρασε και η ημέρα τις ελπίδος ανέτειλε.
Μαζί με τον ψαλμωδό μπορεί ο καθένας μας να επαναλαμβάνει «επί τω θεώ ήλπισα, ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος»(Ψαλμ. 55, 12). Για να έχουμε όμως αυτή την ελπίδα «επί τον θεόν τον ζώντα» θα πρέπει να αυξάνουμε την πίστη μας και την αγάπη προς τον Χριστό και τον εν Τριάδι Θεό. Να οπλίζουμε τα παιδιά μας «λίαν πρωί» μ` αυτήν την πίστη και με ιδανικά και με αξίες. Να τον παρακαλούμε μαζί με τους αγίους Αποστόλους «Κύριε πρόσθες ημίν πίστιν»(Λουκ. ιζ’,5) και μαζί με τον πατέρα του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος «Πιστεύω Κύριε βοήθει μοι τη απιστία» (Μαρκ Θ’, 24).
Μ` αυτή την πίστη και την Ελπίδα θα αναδειχθούμε νικητές του κακού και της αμαρτίας, άνθρωποι αρετής και αγιότητος, υπομονής και θάρρους στις δυσκολίες της ζωής αλλά και του πνευματικού αγώνος, όντως απελεύθεροι Χριστού. Όταν δε ο Κύριος μας καλέσει κοντά Του δια του θανάτου ευχηθείτε Σεβασμιώτατε, ώστε για τον καθένα μας να έχει ισχύ ο λόγος του Κυρίου «Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ, επί ολίγα ης πιστός επί πολλών σε καταστήσω, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου» (Ματθ. Κέ, 23) και έτσι η ελπίδα μας στο Χριστό και στη Βασιλεία Του να γίνει πραγματικότης και τότε «συν πάσι τοις αγίοις και τοις αγγέλοις» να ψάλλουμε τον ασίγητο ύμνο στην Παναγία Τριάδα και να απολαμβάνουμε αιωνίως τη δόξα, τη χαρά, την ειρήνη και την αγάπη του Τριαδικού Θεού.
Αμήν.
(Η παρούσα ομιλία, εκφωνήθηκε στον Κατανυκτικό Εσπερινό της Δ' Κυριακής των Νηστειών (29/03/2009), στον Ιερό Ναό Παμμεγίστων Ταξιαρχών Άρτης).